λυσιτελής


λυσιτελής
полезный, выгодный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "λυσιτελής" в других словарях:

  • λυσιτελής — ες (Α λυσιτελής, ές) ωφέλιμος, επωφελής, χρήσιμος (α. «λυσιτελής επιχείρηση» β. «οὐδέποτ ἄρα... λυσιτελέστερον ἀδικία δικαιοσύνης», Πλάτ.) αρχ. 1. αυτός που πληρώνει τις τρέχουσες δαπάνες 2. (σπαν. για πρόσ.) ενεργητικός 3. φθηνός 4. (το ουδ.… …   Dictionary of Greek

  • λυσιτελής — λῡσιτελής , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελῆ — λῡσιτελῆ , λυσιτελής paying for expenses incurred neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) λῡσιτελῆ , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) λῡσιτελῆ , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/fem …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελέστερον — λῡσιτελέστερον , λυσιτελής paying for expenses incurred adverbial comp λῡσιτελέστερον , λυσιτελής paying for expenses incurred masc acc comp sg λῡσιτελέστερον , λυσιτελής paying for expenses incurred neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεστάτας — λῡσιτελεστάτᾱς , λυσιτελής paying for expenses incurred fem acc superl pl λῡσιτελεστάτᾱς , λυσιτελής paying for expenses incurred fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεστάτων — λῡσιτελεστάτων , λυσιτελής paying for expenses incurred fem gen superl pl λῡσιτελεστάτων , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεστέρα — λῡσιτελεστέρᾱ , λυσιτελής paying for expenses incurred fem nom/voc/acc comp dual λῡσιτελεστέρᾱ , λυσιτελής paying for expenses incurred fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεστέρας — λῡσιτελεστέρᾱς , λυσιτελής paying for expenses incurred fem acc comp pl λῡσιτελεστέρᾱς , λυσιτελής paying for expenses incurred fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεστέρων — λῡσιτελεστέρων , λυσιτελής paying for expenses incurred fem gen comp pl λῡσιτελεστέρων , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεῖ — λῡσιτελεῖ , λυσιτελέω indemnify for expenses incurred pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) λῡσιτελεῖ , λυσιτελέω indemnify for expenses incurred pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) λῡσιτελεῖ , λυσιτελής paying for expenses… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυσιτελεῖς — λῡσιτελεῖς , λυσιτελέω indemnify for expenses incurred pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) λῡσιτελεῖς , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/fem acc pl λῡσιτελεῖς , λυσιτελής paying for expenses incurred masc/fem nom/voc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)